ἐπόψιος

ἐπόψ-ιος, ον, also α, ον Arat.258 : ([etym.] ὄψις):—
A full in view, conspicuous,

τόπος S.Ant.1110

, v.l. in Id.OC1600 : metaph., conspicuous, famous,

βωμός h.Ap.496

: also read by Ar.Byz. for ὑπόψιος, Il.3.42.
II [voice] Act., overlooking all things, epith. of gods, S. Ph.1040 ; esp. of Zeus, SIG1264 (Itanus, iv B.C.), A.R.2.1123, 1133, Call.Jov.82, Ant.Lib.6.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επόψιος — ἐπόψιος, ον και ος, α, ον (Α) [έποψη] 1. ορατός, φανερός 2. περίφημος 3. αξιοκαταφρόνητος («οὕτω λώβην τ’ ἔμεναι καὶ ἐπόψιον ἄλλων», Ομ. Ιλ.). 4. (για θεούς) επόπτης («θεοὶ τ’ ἐπόψιοι, τίσασθε», Σοφ.) …   Dictionary of Greek

  • Ἐπόψιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόψιος — ἔποψις view over fem gen sg (epic doric ionic aeolic) ἐπόψιος full in view masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόψιον — ἐπόψιος full in view masc/fem acc sg ἐπόψιος full in view neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐποψίου — Ἐπόψιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποψίου — ἐπόψιος full in view masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπόψιοι — Ἐπόψιος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόψιοι — ἐπόψιος full in view masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπόψιον — Ἐπόψιος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανεπόψιος — ον, Α αυτός που βλέπει, που παρατηρεί τα πάντα, πανεπίσκοπος*, πανεπόπτης*. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + ἐπόψιος «φανερός, επόπτης» (< ἐφορῶ)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.